|
Η IΣTOPIA KAI H ΛEITOYPΓIA TOY ΣYΣTHMATOΣ NIKH του Τάκη Ρετσινά Το πρώτο πυραυλικό πρόγραμμα αμύνης εδάφους-αέρος βασίστηκε στη μελέτη που παρουσιάστηκε στις 17 Αυγούστου 1944 από τον αξιωματικό του Aμερικανικού Στρατού, πρώην υπαλλήλου των Bell Telephone Laboratories (BTL), Jacob W. Schaefer. Ο Schaefer πρότεινε την ανάπτυξη ενός αντιαεροπορικού πυραύλου ελεγχόμενου με ραδιοεντολές που θα προστάτευε μεγάλες περιοχές από επιδρομές βομβαρδιστικών. Η πρόταση υπογράμμιζε την ιδέα του ελέγχου: ένα ραντάρ ιχνηλάτησης στόχου, ένα δεύτερο ιχνηλάτησης του πυραύλου, με τις εντολές προς αυτόν να παρέχονται από υπολογιστή. Το πρόγραμμα Νίκη γεννήθηκε το Φεβρουάριο του 1945, όταν η Διεύθυνση Πυρομαχικών του Aμερικανικού Στρατού (U.S. Army Ordnance Corps) και η Πολεμική Αεροπορία των Η.Π.Α. ζήτησαν από τα Εργαστήρια της Bell να μελετήσουν τις δυνατότητες ενός νέου αντιαεροπορικού συστήματος με βάση τη μελέτη Schaefer. Τον Ιούλιο του 1945 δόθηκε η μελέτη επονομαζόμενη AAGM (A Study of an AntiAircraft Guided Missile System: Μια Μελέτη ενός Αντιαεροπορικού Συστήματος Κατευθυνόμενου Βλήματος με βασικές προτάσεις: 1. Ένα υπερηχητικό πυραυλοωθούμενο διώροφο βλήμα που θα εκτοξευόταν κάθετα. Ο πρώτος όροφος των στερεών καυσίμων θα απορριπτόταν. 2. Στη συνέχεια ο δεύτερος όροφος (το βλήμα) συνεχίζει την επιτάχυνσή του με τον κινητήρα των υγρών καυσίμων καθοδηγούμενο προς το στόχο με τηλεκατεύθυνση. 3. Οι εντολές θα μεταδίδονται με ραδιοσήματα σε χρόνο που θα καθορίζεται από έναν υπολογιστή στο έδαφος που θα παίρνει στοιχεία από ραντάρ το οποίο θα ιχνηλατεί το στόχο και το βλήμα κατά την πτήση του. Tο Μάιο του 1945 στους παραπάνω συνεργάτες προστέθηκε η Western Electric και αργότερα η Douglas Aircraft Company (αργότερα η McDonnel Douglas Astronautics Corporation) που επιλέχτηκε ως ο κύριος κατασκευαστής του διώροφου βλήματος και της βάσης εκτόξευσης. Η σχέση με την Douglas διατηρήθηκε και τα επόμενα τριάντα χρόνια. Το Δίκτυο Αεράμυνας των Η.Π.Α. Μετά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο οι Aμερικανοί επιτελείς είχαν ήδη ξεκινήσει την αξιολόγηση όλων των στοιχείων που επηρέασαν την τροπή του πολέμου, και το γεγονός ότι το αεροσκάφος είχε ήδη αποδείξει την αξία του ως πολεμικό όπλο. Για τις H.Π.A. στον ορίζοντα υπήρχε ένας νέος εχθρός, η Σοβιετική Ένωση, με τη δυνατότητα να καταφέρει πυρηνικά πλήγματα (διέθετε τη βόμβα από το 1949) και φορέα το στρατηγικό βομβαρδιστικό Tu-4 «Bull». Από την άλλη, μια νέα απειλή είχε ήδη εμφανιστεί. Πύραυλοι όπως οι V-2, αλλά και τα βλήματα cruise V-1 δεν ήταν δυνατό να αντιμετωπιστούν από απλά αντιαεροπορικά πυροβόλα οποιουδήποτε διαμετρήματος και συγκέντρωσης πυρός, ακόμη κι αν συνδυάζονταν με τα πλέον εξελιγμένα ραντάρ. Έτσι, στις Η.Π.Α. άρχισαν να αναθεωρούν τα δόγματα αεράμυνας τόσο ως προς τα μέσα όσο και ως προς τους επιχειρησιακούς φορείς. Οι Επίγειες Δυνάμεις Στρατού (Army Ground Forces) και οι Αεροπορικές Δυνάμεις Στρατού (Army Air Forces) μάχονταν για το ποιος θα είχε υπό τον έλεγχό του τα αντιαεροπορικά όπλα (ΑΑΑ: Anti Aircraft Artillery). Τελικά, τουλάχιστον για τη δεκαετία του 1950, ο έλεγχος πέρασε στα χέρια των πρώτων. Η νεοσυσταθείσα αεροπορία είχε εν τω μεταξύ ιδρύσει την Air Defence Command, ενώ το 1948 ιδρύθηκε η Ηπειρωτική Αεροπορική Διοίκηση (Continent Air Command: ConAC), η οποία ανέλαβε τη διοίκηση των έξι αεροπορικών δυνάμεων που πριν ανήκαν στην ADC και την TAC, την Αεροπορική Εθνοφρουρά (Αir National Guard) και την Αεροπορική Εφεδρεία (Air Reserve). Από την άλλη, ο Στρατός ίδρυσε τη Army AntiΑircraft Command (ARAACOM) τον Ιούλιο του 1950, που αργότερα ονομάστηκε ARADCOM (Army Air Defence Command). Προς το τέλος αυτής της δεκαετίας στις τάξεις της θα είχε σχεδόν 45.000 άτομα και 240 πυροβολαρχίες των συστημάτων «Νίκη-Αίας». Ο σκοπός αυτής της Διοίκησης ήταν ευθύς: προστασία των εδαφών της χώρας από αεροπορική επιδρομή, με κύρια στοιχεία τα ραντάρ και τα όπλα. Εν τω μεταξύ οι Σοβιετικοί δεν έμειναν άπραγοι. Τον Ιούλιο του 1955, την Hμέρα της Σοβιετικής Αεροπορίας εμφανίστηκαν στο μοσχοβίτικο ουρανό 10 αεριωθούμενα βομβαρδιστικά αεροσκάφη «Bison», τα οποία πέρασαν 6 φορές επάνω από τα περήφανα πλήθη, δίνοντας την εντύπωση πως ήταν 60, τρομοκρατώντας τους Δυτικούς παρατηρητές. Πολύ σύντομα εμφανίστηκαν και τα διηπειρωτικά Bear, και προς τα τέλη της δεκαετίας υπολογιζόταν πως η Αεροπορία Μακριάς Εμβέλειας των Σοβιετικών αριθμούσε περίπου 1.300 βομβαρδιστικά. H απειλή τώρα ήταν πραγματική. Μαζί με τα συστήματα «Νίκη» που αναπτύχθηκαν και ανήκαν στο στρατό, η αεροπορία προχώρησε στην ανάπτυξη του δικού της αντιαεροπορικού πυραυλικού συστήματος, του BOMARC, με ακτίνα δράσης σχεδόν 650 χιλιόμετρα και μέγιστη ταχύτητα 2,5 Μαχ που θα ελεγχόταν από το Ημιαυτόματο Περιβάλλον Εδαφικού δικτύου (Semi Automatic Ground Environment). Αυτό ήταν η εξέλιξη του συστήματος (που σε καμία περίπτωση δεν ήταν ολοκληρωμένο σε εθνικό επίπεδο) Aναχαίτισης Εδαφικού Ελέγχου (Ground Control Intercept: GCI). Το σημαντικό πρόβλημα που προέκυψε (εξαιτίας της ασυνεννοησίας και του περιβάλλοντος ανταγωνισμού των κλάδων) ήταν η αδυναμία ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ του SAGE και του συστήματος ελέγχου πυραύλων του Στρατού, και ποτέ δεν μπόρεσαν να ολοκληρωθούν μεταξύ τους αποτελεσματικά. Παρ' όλα αυτά, και τα δύο κύρια σκέλη της αεράμυνας των Η.Π.Α. συνεργάζονταν με την Αεροπορική Διοίκηση Βορείου Αμερικής (North American Air Command: NORAD) που είχε αναλάβει το συγχρονισμό όλων των αντιαεροπορικών μέσων των βορείων Η.Π.Α. και του Καναδά (και της Αλάσκας). Όπως είδαμε, το σύστημα «Αίας» ήταν χαμηλών προδιαγραφών και γρήγορα παραγκωνίστηκε από το «Ηρακλής». Η διαδικασία μετάβασης ήταν η κλασική: όταν ο Στρατός απέκτησε το «Αίας», η Εθνοφρουρά ανέλαβε τα πυροβόλα, κάτι που συνεχίστηκε και με το «Ηρακλής». Η ανάπτυξη του συστήματος Νίκη με πυραύλους Ajax άρχισε σε πόλεις της ανατολικής ακτής των Η.Π.Α., Boston, Providence, Philadelphia-New York και Baltimore-Washington. Πόλεις των δυτικών ακτών ακολούθησαν αργότερα (Seattle, San Francisco και Los Angeles) και πολύ σύντομα προστέθηκαν και το Miami, Cleveland, Milwaukee και Detroit. Κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του το σύστημα Νίκη-Αίας δεν άλλαξε. Η δεύτερη γενιά του συστήματος Nίκη-Hρακλής αναπτυσσόταν παράλληλα με την είσοδο σε υπηρεσία του «Αίας» και οι μετατροπές ήταν μικρές, αν και σημαντικές. Η μετάβαση από το «Αίας» στο «Ηρακλής» άρχισε στα τέλη του 1958, και όσες μονάδες δεν ακολούθησαν την αλλαγή βγήκαν εκτός υπηρεσίας. Η διαδικασία ολοκληρώθηκε 2 χρόνια και ολοκληρώθηκε στις αρχές του 1964, όταν η τελευταία πυροβολαρχία Νίκη-Αίας απενεργοποιήθηκε. Σημαντικά τεχνολογικά σημεία του προγράμματος «Νίκη-Aίας» Το ραντάρ έρευνας/ πρόσκτησης που απαιτούνταν για τη συμπλήρωση του συστήματος ήδη βρισκόταν σε ανάπτυξη ως μέρος του αντιαεροπορικού συστήματος Μ33. Tο σύστημα είχε χαρακτηριστικά όπου η γωνιακή μέτρηση γινόταν σε κάθε παλμό ώστε να επιτευχθεί η απαιτούμενη ακρίβεια, ενώ άλλη μια σημαντική απαίτηση ήταν η ανάγκη για υψηλή ισχύ εκπομπής, παράλληλα με τη χρήση ρύθμισης συχνότητας για αντοχή στα αντίμετρα. Aναπτύχθηκαν έτσι δύο μάγκνετρον των αυτών προδιαγραφών για το Νίκη (και το Μ33) για τα ραντάρ έρευνας και ιχνηλάτησης –ένα των 250kW μπάντας «Χ» και ένα 1.000kW μπάντας «S». Τελικά, η Western Electric κατασκεύασε 358 συστοιχίες και παρέδωσε 14.000 μονάδες ελέγχου και καθοδήγησης στην Douglas για συναρμολόγηση σε παρόμοιο αριθμό βλημάτων Νίκη-Αίας. Νίκη-Ηρακλής (Nike-Hercules) Ως αποτέλεσμα των αναβαθμισμένων απειλών ο Στρατός ζήτησε από την Bell Labs τη συνεργασία με την Douglas για την ανάπτυξη ενός μεγαλύτερου βλήματος ικανού να μεταφέρει πυρηνική κεφαλή σε διπλάσια απόσταση (τελικά επιτεύχθηκε η τετραπλάσια, δηλ. 160 χλμ.). Επίσης παρόμοια αναβάθμιση εμβέλειας έγινε και στον εξοπλισμό. Το σύστημα ονομάστηκε Νίκη-Β και αργότερα Νίκη-Ηρακλής και μπορούσε να οδηγήσει και τα προηγούμενο βλήμα Ajax. Μια από τις κύριες αλλαγές στο ραντάρ πρόσκτησης ήταν η υιοθέτηση ενισχυτή RF λυχνίας οδεύοντος κύματος, που επιπλέον εισήγαγε πολύ μικρότερο θόρυβο. Το ραντάρ ιχνηλάτησης επίσης απέκτησε μεγαλύτερη και πιο αποδοτική κεραία τύπου Cassegrain. Οι σχεδιαστές που καθόρισαν τις απαιτήσεις λειτουργίας ενός τέτοιου ραντάρ «L» μπάντας το ονόμασαν HIPAR (High Power Acquisition Radar), και η ανάπτυξή του έγινε από την General Electric. Μάλιστα, η κατάρριψη ενός βαλλιστικού πυραύλου Corporate τον Ιούνιο του 1960 αποτέλεσε την πρώτη αναχαίτιση σε αυτή την κλάση αεράμυνας. Aλλη μια ικανότητα του νέου συστήματος ήταν αυτή της έρευνας και ιχνηλάτησης σε ισχυρό περιβάλλον ECM. Τελικά παρήχθησαν 393 συστοιχίες από την Western Electric και περισσότερα από 9.000 συστήματα κατεύθυνσης για το βλήμα της Douglas. Ο λόγος που το σύστημα «Αίας» διατηρήθηκε σε υπηρεσία μόλις 10 χρόνια ήταν το ότι η ανάπτυξή του έγινε υπό το καθεστώς της άμεσης ανάγκης. Επιχειρησιακά το βλήμα είχε αρκετούς περιορισμούς, ενώ το ραντάρ ιχνηλάτησης ήταν τελείως ασαφές στο διαχωρισμό (φυσιολογικό για την εποχή εκείνη) αλλά και την επιλογή στόχων που πετούν σε κλειστό σχηματισμό. Ο βασικός ρόλος του νέου βλήματος ήταν η καταστροφή των επιτιθέμενων αεροσκαφών με τη χρησιμοποίηση μιας ατομικής κεφαλής, ενώ δε θα πρέπει να ξεχνάμε πως με την αυτή ατομική έκρηξη καταστρέφονται αυτομάτως όλα τα ηλεκτρονικά συστήματα άλλων αεροσκαφών στην περιοχή. Παρ' όλα αυτά υπήρχε και η επιλογή συμβατικών κεφαλών. Aλλη μια βασική μετατροπή σε σχέση με το Ajax ήταν αυτό της προώθησης. Ο κινητήρας υγρών καυσίμων του δεύτερου σταδίου ήταν επικίνδυνος στη χρήση και κρίθηκε ανεπαρκής για το Hercules. Στο 1956 άρχισε η ανάπτυξη ενός νέου κινητήρα δεύτερου σταδίου στερεών καυσίμων, του XM-30 που τελικά υιοθετήθηκε. Κατά τη διάρκεια της παραγωγής εφαρμόστηκαν δύο σημαντικά προγράμματα βελτίωσης. Το πρώτο οδήγησε στον Improved Hercules μετά το 1961 και το δεύτερο στον Hercules Antitactical Ballistic Missile (ATBM), δύο χρόνια αργότερα. Και τα δύο προγράμματα προσέδωσαν βελτιωμένες ικανότητες ιχνηλάτησης, καθοδήγησης και αναχαίτισης με μετατροπή ή αλλαγή του ραντάρ και του ηλεκτρονικού εξοπλισμού. Το σύστημα Νίκη ήταν εξαιρετικά ακριβό στην απόκτηση και στη συντήρησή του. Το 1963 ήταν το έτος που το σύστημα έφτασε στην κορυφή της αποτελεσματικότητάς του και επιχειρησιακής ετοιμότητας. Από εκεί και ύστερα ακολούθησε μια φθίνουσα πορεία λόγω μιας ποικιλίας λόγων. Νίκη-Δίας (Nike-Zeus) Το Φεβρουάριο του 1957 ο Στρατός απένειμε στη Western Electric και τα Bell Labs την ανάπτυξη ενός συστήματος AICBM (Anti InterContinental Ballistic Missile: Ενάντια Διηπειρωτικών Βαλλιστικών Πυραύλων). Το πρόγραμμα σύντομα μετονομάστηκε από Nike II σε Nike-Zeus και θα είχε αποκλειστικό ρόλο. Το πρόβλημα στην αναχαίτιση ήταν η καταστροφή ολόκληρου του βλήματος, παράλληλα με την αποφυγή των ψευδοστόχων. Βεβαίως, δεδομένα πτήσης ICBM δεν υπήρχαν, αφού οι πρώτες επιτυχείς εκτοξεύσεις τέτοιων πυραύλων έγιναν μόλις το 1959. Βασική μετατροπή ήταν η αναβάθμιση του TTR. Επιπλέον χρησιμοποιήθηκαν τεχνικές κατακερματισμού των παλμών, πολλαπλά κυκλώματα αποστασιομέτρησης και υψηλή ταχύτητα επεξεργασίας των δεδομένων εισόδου, ώστε να γίνει ακριβής διαχωρισμός του εισερχόμενου «σύννεφου» στόχων. Βεβαίως, τα τεχνικά προβλήματα ήταν εξαιρετικά πολύπλοκα, αλλά τη χαριστική βολή στο σύστημα την έδωσε ο υπουργός Aμυνας McNamara τον Απρίλιο του 1961, όταν τερμάτισε το πρόγραμμα. Δομή μιας Πυροβολαρχίας (Μοίρας για την Ελλάδα) του συστήματος Νίκη Τα οργανικά μέρη της κάθε Μοίρας είναι δύο ξεχωριστά μεταξύ τους στρατόπεδα με απολύτως καθορισμένες αρμοδιότητες: η Περιοχή Εκτόξευσης και η Περιοχή Ελέγχου. Οργάνωση της Περιοχής Εκτόξευσης (Launcher Area: LA) Ο ρόλος της LA είναι: * Φύλαξη και προετοιμασία των πυραύλων για πτήση * Επιλογή των εκτοξευτήρων και των πυραύλων * Φόρτωση των εκτοξευτήρων με πυραύλους έτοιμους προς χρήση ανά πάσα απαιτούμενη στιγμή Η επιλογή τοποθεσίας σε σχέση με την IFC γίνεται με ορισμένα κριτήρια. Αρχικά πρέπει να βρίσκεται αρκετά μακριά από το MTR, ώστε η γοργή αναρρίχηση του πυραύλου να μην ξεπεράσει το ρυθμό κίνησης αυτού. Η συνήθης ευθεία απόσταση ήταν από 2,5 έως 4 χιλιόμετρα. Επίσης, το MTR θα πρέπει ανά πάσα στιγμή να έχει επαφή με τα βλήματα στους εκτοξευτήρες τους. Στην Ευρώπη, όπως φυσικά και στην Ελλάδα, οι εγκαταστάσεις (ήταν) είναι υπέργειες, ενώ στις Η.Π.Α. ήταν συνηθέστερη η υπόγεια εγκατάσταση και φύλαξη των πυραύλων. Πιο συγκεκριμένα, σε ένα θάλαμο κάτω από το έδαφος (magazine room) φυλάσσονταν 8 βλήματα, τα οποία ήταν σταθεροποιημένα επάνω στις βάσεις τους. Οι βάσεις αυτές ήταν κινητές επάνω σε σιδηροτροχιά και αυτές συνδέονταν με τον εκτοξευτήρα προκειμένου για την υδραυλική ανύψωση του βλήματος. Στην επιφάνεια, ακριβώς από επάνω, υπήρχε μια παρόμοια σιδηροτροχιά με τέσσερις (ή τρεις) θέσεις εκτόξευσης (υδραυλικούς ανυψωτήρες δηλαδή) όπου οδηγούνταν τα βλήματα που φέρονταν στην επιφάνεια με τον ειδικό ανελκυστήρα. Η μετακίνηση των βλημάτων γινόταν (και γίνεται) από το προσωπικό εύκολα. Πάντως, η ανύψωση του βλήματος με τον ανελκυστήρα διαρκούσε σχεδόν είκοσι δευτερόλεπτα, χρόνος που αν και φαίνεται μεγάλος, υπερκαλύπτεται από τις υπόλοιπες χρονικές καθυστερήσεις. Η LA είναι χωρισμένη σε Sections (Τμήματα), τα οποία στις μοίρες της 350 Σ.Ν. είναι τρία, τα Α (Alpha) B (Bravo) και C (Charlie). Από αυτά, τα B και C είχαν και τους πυραύλους με τις πυρηνικές κεφαλές και γι' αυτό το λόγο είχαν ξεχωριστή περίφραξη και ιδιαίτερα έντονη φύλαξη (από Αμερικανούς στρατιωτικούς). Κάθε Section είναι αυτόνομο επικοινωνιών και ηλεκτρικής ισχύος. Οργάνωση της περιοχής Ολοκληρωμένου Ελέγχου Πυρός (Integrated Fire Control: IFC) Η περιοχή IFC πάντα τοποθετούνταν σε κοντινό λόφο ή βουνό, καταρχάς για να τηρούνται οι πιο πάνω αναφερόμενες προϋποθέσεις. Επιπρόσθετα, όσο πιο ψηλά βρίσκεται το ραντάρ, τόσο περισσότερος εναέριος χώρος είναι άμεσα ελέγξιμος, ενώ βασικό ρόλο διαδραμάτιζε το ότι τα ηλεκτρομαγνητικά κύματα των ραντάρ του συστήματος Νίκη «ταξιδεύουν» σε ευθείες γραμμές, αφού έχουν μικρός εύρος ακτίνας. Η περιοχή IFC έχει τουλάχιστον ένα ραντάρ έρευνας για βασική πρόσκτηση ιχνών. Στις πρώτες εγκαταστάσεις του συστήματος Αίας υπήρχε το ραντάρ έρευνας LOPAR (Low Power Acquisition Radar: Ραντάρ Πρόσκτησης Χαμηλής Ισχύος) με μέγιστη εμβέλεια 90 χιλιομέτρων. Αυτό ήταν ένα απλό παλμικό ραντάρ με μάγκνετρον και μικρές δυνατότητες MTI. Για την αξιοποίηση του ανώτερου Ηρακλή ήταν προφανές πως χρειαζόταν ένα πολύ ισχυρότερο ραντάρ. Για αυτό το σκοπό αναπτύχθηκαν δύο μοντέλα (το παλαιό LOPAR συνήθως διατηρούνταν): 1. Το HIPAR (High Power Acquisition Radar), ιδιαίτερα εξελιγμένο για την εποχή του, με μεγάλες δυνατότητες ECCM, δέκτες πολλών καναλιών και στοιχειώδες MTI. 2. Το λιγότερο πολύπλοκο ABAR (Alternate Battery Acquisition Radar: Εναλλακτικό Ραντάρ Πρόσκτησης) που χρησιμοποιούσε παραλλαγές των AN/FPS-69, -71 ή -75. Επίσης στην περιοχή IFC μπορεί να υπάρχουν δύο (στον Αίαντα ένα) ραντάρ TTR, χωρίς βεβαίως δυνατότητες πολλαπλής εμπλοκής. Ειδικά για το σύστημα Ηρακλής τα ραντάρ ήταν ό,τι πιο σύγχρονο. Το ένα ιχνηλατεί το στόχο στο αζιμούθιο και την ανύψωση, λειτουργώντας στην μπάντα Χ. Το άλλο ραντάρ, το TRR, εκτελούσε την αποστασιομέτρηση και επειδή η παρεμβολή στη λειτουργία ενός τέτοιου ραντάρ είναι εύκολη, χρησιμοποιήθηκαν τεχνικές μεταγωγής συχνοτήτων (όχι αυτόματα) μέσα στις πολλές μπάντες που μπορούσαν να επιλεγούν και εξελιγμένες τεχνικές επεξεργασίας των παλμών. Το MTR ήταν παρόμοιο με το TTR, εκτός από τη διπλή δυνατότητα εκπομπής παλμού και την αποστολή των εντολών προς τον πύραυλο. Στην IFC φυσικά τοποθετούνταν και ο Η/Υ για την εντολοδότηση του βλήματος και την υποβοήθηση επιλογής στόχου και γενικότερων χρονομετρήσεων. Ο Eπικεφαλής Αξιωματικός της Συστοιχίας (BCO: Battery Commander Officer, ουσιαστικά της πυροβολαρχίας) βρίσκεται στο BC Van (Battery Control Van) μαζί με: * τους χειριστές ερεύνης * τον Η/Υ και τους πίνακες κατάστασης * τις οθόνες των ραντάρ ερεύνης μαζί με τον ενδείκτη IFF και βρισκόταν σε άμεση τηλεπικοινωνιακή επαφή (ενσύρματη και ασύρματη) με: * τους χειριστές ερεύνης * το χειριστή ιχνηλάτησης βλήματος * την Αξιωματικό Ελέγχου Εκτόξευσης (LCO: Launch Control Officer) της LA * και το Κέντρο Επιχειρήσεων Είναι προφανές πως ο BCO είναι το πρόσωπο με την πλέον υπεύθυνη και νευραλγική αρμοδιότητα. Τα ραντάρ του συστήματος NIKH –τρόπος λειτουργίας, επιχειρησιακή χρήση του συστήματος Tα ραντάρ αυτά, αν και εγκατεστημένα στην IFC, είναι πλήρως μετακινούμενα. Σε κατάσταση ανάγκης μια ολόκληρη IFC, αποτελούμενη από τα ραντάρ που θα δούμε, το IFF, τα δύο κέντρα ελέγχου, τις δύο γεννήτριες, τις ενσύρματες συνδέσεις (χρειάζεται ένα 12μετρο ανοιχτό τρέιλερ για να τις μεταφέρει), μια καντίνα και το σταθμό διοικήσεως, μπορεί να μεταφερθεί και να λειτουργήσει μέσα σε 2 ημέρες από ένα προσωπικό 20-25 ατόμων. Ραντάρ Πρόσκτησης (Acquisition ή Surveillance Radar) Αυτό προσδίδει την ευθεία απόσταση του στόχου και το αζιμούθιο όλων των στόχων της περιοχής που ερευνά, ανανεώνοντας τα στοιχεία 5 με 15 φορές το λεπτό (ανάλογα με τον τύπο του ραντάρ), ρυθμός χαμηλός για τα σημερινά δεδομένα. Στο σύστημα Νίκη το πρώτο ραντάρ πρόσκτησης ήταν το LOPAR (Low Power Radar: Ραντάρ Xαμηλής Ισχύος) και λειτουργεί σε μήκος κύματος γύρω στα 10 εκατοστά (τα ραντάρ παρακολούθησης έχουν 3 εκατοστά). Με την εγκατάσταση του Νίκη-Ηρακλής άρχισε η μελέτη του λεγόμενου HIPAR (High Power Radar), το οποίο λειτουργεί σε μήκος κύματος 23 εκατοστά και έχει ακτίνα δράσης περίπου 330 χιλιόμετρα. Το HIPAR ήταν εξαιρετικά εξελιγμένο σύστημα, αλλά εξαιρετικά δαπανηρό τόσο στην αρχική του απόκτηση όσο και στη συντήρησή του, γι' αυτό και τοποθετήθηκε σε ελάχιστες βάσεις εκτός Η.Π.Α. Το HIPAR αντικαθιστούσε το LOPAR και ήταν χαρακτηριστικά τοποθετημένο ψηλά σε υπερκατασκευή για την προφύλαξη του προσωπικού από την ακτινοβολία αλλά και την, έστω μικρή, βελτίωση της ακτίνας δράσης. Παράλληλα με το HIPAR αναπτύχθηκε και ένα πιο απλό σύστημα, το ABAR (Alternative Battery Aqcuisition Radar), το οποίο χρησιμοποιήθηκε ευρέως σε τρεις παραλλαγές, AN/FPS-69, 71 και 75. Έχει ισχύ κορυφής 5 Μεγαβάτ και αρκετά απλοποιημένα (σε σχέση με το HIPAR) κυκλώματα αντι-αντιμέτρων (ECCM). Πάντως, πρέπει να σημειωθεί πως όλα τα ραντάρ του συστήματος Νίκη-Ηρακλής παρουσίαζαν αξιοθαύμαστη αντοχή στα αντίμετρα... τότε. Tο ABAR (και κυρίως το HIPAR) είχαν λειτουργία MTI. Ραντάρ Ιχνηλάτησης Στόχου (Target Tracking Radar: TTR) Σε αρκετές βάσεις αυτά τα ραντάρ [AN/TPQ-39(V)] ήταν δύο (το Νίκη-Αίας είχε ένα) για να εξασφαλίσουν επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα ακόμη και στο περιβάλλον των ισχυρότερων αντιμέτρων (που αποδεδειγμένα είχαν οι Σοβιετικοί). Οι χειριστές του TTR είναι τρεις, καθένας από τους οποίους ελέγχοντας τη δικιά του οθόνη εξάγει στοιχεία ύψους, αζιμουθίου και απόστασης. Τελικά, ύστερα από λίγο καιρό το ένα από τα δύο μετατράπηκε σε Ραντάρ Αποστασιομέτρησης Στόχου (Targer Ranging Radar: TRR) και απέκτησε δύο μάγκνετρον για λόγους ECCM. Ραντάρ Ιχνηλάτησης Πυραύλου (Missile Tracking Radar: MTR) Εδώ ο χειριστής είναι μόνο ένας και επιβλέπει την αυτόματη λειτουργία παρακολούθησης του πυραύλου. Το ραντάρ στέλνει ένα ζεύγος παλμών προς τον πύραυλο και σε απάντηση αυτού ο πύραυλος στέλνει έναν παλμό πίσω στο MTR. Η λειτουργία του MTR δε γίνεται αντιληπτή από το στόχο, αφού αυτό δείχνει προς το στόχο μόνο λίγο πριν από την πρόσκρουση. Σε σχέση με το σύστημα «Αίας», στο «Ηρακλής» τα σήματα κατεύθυνσης του πυραύλου στέλνονται σε δύο ζευγάρια (ένα για πρόνευση και ένα για εκτροπή) αντί για ένα πολυπλεγμένο όπως στο «Αίας». ΛΕΖΑΝΤΕΣ-ΕΙΚΟΝΕΣ Φωτό 1 RAD_DIA.CDR Φωτό 2 ERROR.CDR ********Κοινή για τις δύο εικόνες λεζάντα****** Τα ραντάρ ιχνηλάτησης του συστήματος Νίκη-Ηρακλής χρησιμοποιούν μια παραλλαγή του μονοπαλμικού συστήματος, όπου κάθε επιστρεφόμενος παλμός δίνει πληροφορίες στόχευσης για το ραντάρ διαμέσου της εστίασής του σε 4 ανοίγματα της κεραίας. Διαδικασία πριν από την εκτόξευση Οι παρακάτω ενέργειες γίνονται προκειμένου για την εκτόξευση ενός βλήματος, αφού πρώτα έχουν προηγηθεί οι τυπικοί έλεγχοι. Στην περίπτωση των εγκαταστάσεων εκτός Η.Π.Α. έχουμε υπέργεια ολοκλήρωση. Φάση προετοιμασίας * Το βλήμα οπλίζεται για λειτουργία. * Απομακρύνονται τα προστατευτικά καλύμματα των αισθητήρων. * Το βλήμα ανυψώνεται στην επιφάνεια (υπόγεια). * Mετακινείται στον εκτοξευτήρα. * Συνδέεται στα κυκλώματα έναυσης των κινητήρων. * Ανυψώνεται σχεδόν σε κάθετη στάση ως προς το έδαφος (87°). * Επιλογή βλήματος από τον missile officer. * Έλεγχος της τοποθέτησης κλειδιού απασφάλισης στη θυρίδα της Κονσόλας Ελέγχου Εκτόξευσης (εντός του καταφυγίου) από τον υπεύθυνο αξιωματικό (missile officer). Πύραυλος έτοιμος προς εκτόξευση * (Στην IFC) Το MTR κλειδώνει (ιχνηλατεί) τον πύραυλο. * Ιχνηλατείται ο στόχος. * Ρυθμίζεται ο υπολογιστής - δίνεται ένα αρχικό σημείο αναχαίτισης. * Η γωνία του αζιμουθίου της προβλεπόμενης αναχαίτισης στέλνεται στο γυροσκόπιο του πυραύλου από τον υπολογιστή. * O BCO ανασηκώνει το προστατευτικό κάλυμμα από το διακόπτη εκτόξευσης. * O BCO ενεργοποιεί το διακόπτη εκτόξευσης. * O υπολογιστής καθυστερεί την εντολή εκτόξευσης για 2 sec, για να εξασφαλίσει την αυτορύθμιση του γυροσκόπιου στη γωνία του Προβλεπόμενου Σημείου Aναχαίτισης. * (Στη LA) το ηλεκτρικό σήμα ξεκινά από την Κονσόλα Ελέγχου Εκτόξευσης στους κινητήρες του βλήματος. * Έναυση κινητήρων από το ηλεκτρικό σήμα. * Ξεκινά ο πύραυλος με επιτάχυνση περίπου 25g. Πτήση του βλήματος Έτσι λοιπόν αναφλέγονται οι τέσσερις κινητήρες και μέσα σε 1/10 του δευτερολέπτου αποδίδουν τη μέγιστη ώση τους. Ο πύραυλος συνεχίζει τη σχεδόν κάθετη πτήση του χωρίς περιστροφή ή άλλη κίνηση. Μέσα σε 3,4 δευτερόλεπτα έχει αποκτήσει ταχύτητα περίπου 3.200 χλμ./ώρα και έχει φτάσει σε ύψος περίπου 1.600 μέτρων. Ο πρώτος όροφος ολοκληρώνει το ρόλο του και αποχωρίζεται από το δεύτερο όροφο. Κατά την αποχώρηση του βλήματος από τον προωθητή αποσύρεται και ένα ασφαλιστικό βύσμα, το οποίο πλέον δίνει την πληροφορία του διαχωρισμού. Τότε συμβαίνουν τα εξής: * γίνεται η έναυση του κινητήρα του δεύτερου ορόφου ή * υπάρχει μια καθυστέρηση 8 δευτερολέπτων ώστε η επερχόμενος ελιγμός βύθισης των 7g (10g αργότερα και προφανώς στα υπάρχοντα βλήματα) να γίνει με ελαφρώς μικρότερη ταχύτητα (μειώνοντας τη «νεκρή ζώνη»). Ο ελιγμός της περιστροφής ολοκληρώνεται σε 1 δευτερόλεπτο, οπότε ο υπολογιστής εδάφους σε συνεργασία με τα ραντάρ πυραύλου διατάζουν τη βύθιση των 10g. Αυτός ο ελιγμός οδηγεί το βλήμα προς το Προβλεπόμενο Σημείο Aναχαίτισης, αφού το «κάτω» για το βλήμα που κινείται κάθετα είναι προς αυτή την κατεύθυνση. Ο ελιγμός βύθισης γίνεται έως ότου το βλήμα βρίσκεται σε πορεία πτήσης 0,5g προς το Προβλεπόμενο Σημείο Aναχαίτισης. Αν το Προβλεπόμενο Σημείο Aναχαίτισης είναι χαμηλά και σχετικά κοντά, ο ελιγμός των 10g διαρκεί περισσότερο από ό,τι αν ο στόχος βρίσκεται ψηλά και σχετικά μακριά. Οι εντολές κατεύθυνσης εκτελούνται αργά μέχρι τα τελευταία 10 δευτερόλεπτα πριν από το σημείο της αναχαίτισης, ώστε να ελαττώνεται όσο το δυνατό λιγότερο η κινητική ενέργεια του βλήματος. Επιπλέον, αυτή η αργή εκτέλεση εντολών είναι επιβεβλημένη γιατί: * Η κανονική ιχνηλάτηση είναι προσεγγιστική, αφού υπάρχει ηλεκτρικός θόρυβος και όσο πιο μακριά βρίσκεται ο στόχος, τόσο μεγαλύτερες οι προσεγγίσεις υπολογισμού από τα MTR και το TTR. * Η ιχνηλάτηση ενός στόχου που χρησιμοποιεί ECM επιβάλλει την αλλαγή των συχνοτήτων ιχνηλάτησης από τους χειριστές του υπολογιστή, ενώ το σύστημα κλειδώνει περιστασιακά και σε ψευδείς στόχους, όπως τα αερόφυλλα. * Ο ίδιος ο στόχος μπορεί να ελίσσεται προκειμένου να «σπάσει» το κλείδωμα ή να αποφύγει αναχαιτιστικά που το πλησιάζουν. Περίπου 120msec πριν από την αναμενόμενη επαφή του βλήματος με το Προβλεπόμενο Σημείο Aναχαίτισης, μια εντολή «missile burst» δίνεται αυτόματα από τον υπολογιστή διαμέσου του MTR, εντολή που εκτελείται έπειτα από μερικά msec (κάποτε αυτό μπορούσε να γίνει χειροκίνητα). Προετοιμασία για την επόμενη εκτόξευση Αφού σταλεί η «burst command», το MTR αυτόματα μεταβαίνει (slews), το πολύ σε 5 δευτερόλεπτα, στον επόμενο πύραυλο στην LA. Βεβαίως, ίσως ο BCO χρειαστεί περισσότερα από 5 δευτερόλεπτα για να ελέγξει αν ο στόχος καταστράφηκε, γιατί αν δεν έχει γίνει κάτι τέτοιο, ο επόμενος πύραυλος μπορεί να απογειωθεί μέσα σε 2 δευτερόλεπτα (αν δεν έχει ήδη απογειωθεί). Το αν ο στόχος έχει καταστραφεί γίνεται αντιληπτό από την ένδειξη Ταχύτητα Στόχου ως προς το Έδαφος («Target Ground Speed»). Αν ο στόχος ξαφνικά επιβραδύνει ή χαθεί, η αναχαίτιση έγινε επιτυχώς. Αν είναι έτσι, ο επόμενος στόχος καταδεικνύεται σχεδόν αμέσως, μια και κατά την πτήση του ενός βλήματος γίνεται αξιολόγηση της περιοχής. Το TTR μπορεί να χρειαστεί μέχρι και 10 δευτερόλεπτα μέχρι το κλείδωμα του επόμενου στόχου και να βρει τη θέση του. Ο υπολογιστής θα χρειαστεί περίπου άλλα 5 δευτερόλεπτα για να αποφασίσει το Προβλεπόμενο Σημείο Aναχαίτισης, αν και στο μεταξύ μπορεί να έχει εκτοξευτεί κι άλλος πύραυλος. Πάντως, οι καθυστερήσεις σε σχέση με τα σύγχρονα συστήματα είναι τεράστιες, ενώ σε κορεσμένο περιβάλλον, όπως αυτό του Αιγαίου, ο φόρτος εργασίας είναι κατά πάσα πιθανότητα πολύ υψηλός, αφού εκτός των αεροσκαφών υψηλών επιδόσεων, των χαμηλών προφίλ πτήσης, των εξελιγμένων ECM, υπάρχει και το πρόβλημα των πολλών εμπλεκόμενων ενδείξεων (φιλικών και μη) που ο διαχωρισμός τους με τη χρήση αναγνώρισης IFF δεν μπορεί να είναι ασφαλής. Πώς όμως γίνεται ο έλεγχος του ίδιου του πυραύλου; Το MTR στέλνει ζεύγη παλμών που χωρίζονται από ένα σταθερό, επιλεγόμενο χρόνο (ας πούμε 2,5 μικροδευτερόλεπτα). Αυτός ο διαχωρισμός επιτρέπει στον πύραυλο να ξεχωρίζει τους παλμούς από το MTR. Βεβαίως, κάθε περιοχή της LA χρησιμοποιεί διαφορετικό χρονικό διαχωρισμό των παλμών. Ο πύραυλος Νίκη-Ηρακλής έχει τέσσερις κεραίες στα εξωτερικά άκρα του χείλους εκφυγής των πτερυγίων του βλήματος με προσανατολισμό προς τα πίσω (οι εμπροσθοκλινείς παρέχουν στοιχεία στατικής πίεσης). Οι κεραίες 2 και 4 είναι συνδεδεμένες στους δέκτες του βλήματος, ενώ οι 1 και 3 στο μάγκνετρον του βλήματος. Όταν ο δέκτης του βλήματος λαμβάνει το ζεύγος των παλμών, όπως αυτοί περιγράφηκαν, τότε ο δέκτης εντολοδοτεί τον εκπομπό του βλήματος να στείλει έναν παλμό πίσω στο MTR. Βλέπουμε πως το MTR ουσιαστικά ιχνηλατεί αυτόν ακριβώς τον εκπεμπόμενο παλμό και όχι τα κατά πολύ ασθενέστερα σήματα που επιστρέφουν από ανάκλαση. Ο συνδυασμός του εκπομπού και του δέκτην, που δουλεύει κατ' αυτή την έννοια, ονομάζεται Transponder. Η κατεύθυνση στο χώρο του βλήματος γίνεται με την εκπομπή σημάτων από το MTR υπό την έννοια των επιταχύνσεων («g»). Εκτός από τις εντολές κατεύθυνσης δίνονται και εντολές διατήρησης του κάτω τμήματος του βλήματος σύμφωνα με το γυροσκόπιο του βλήματος. Η κίνηση των αεροδυναμικών επιφανειών γίνεται με υδραυλικό υγρό. **** Σχήμα over.cdr ***** Με τον όρο «νεκρή ζώνη» («dead zone») εννοείται ο χώρος που εκτείνεται σε ύψος περίπου 7.000 μέτρων και ακτίνα περίπου 7 χλμ. από το σημείο εκτόξευσης. Αυτά τα μεγέθη ισχύουν εφόσον καθυστερήσει η έναυση του κινητήρα του δεύτερου ορόφου κατά 8 δευτερόλεπτα, οπότε η μικρότερη ταχύτητα εγγυάται και μικρότερη ακτίνα στροφής του βλήματος. Αν ο στόχος είναι μακρύτερα των 15 χλμ. ή πάνω από ύψος 10.000 μέτρων, τότε η έναυση γίνεται αμέσως και η μέγιστη ταχύτητα των 3,5 Μαχ επιτυγχάνεται νωρίτερα. Η ιδανική κάλυψη μεταξύ των περιοχών εκτόξευσης πυραύλων Hercules μπορούσε να γίνει, αλλά πολύ πιο αποδοτική θα ήταν η χρήση συστοιχιών Hawk που θα αναλάμβαναν την κάλυψη των νεκρών τομέων, σαφώς καλύτερα από ό,τι τα αλληλοκαλυπτόμενα βλήματα Hercules. Η μαύρη περιοχή είναι η «νεκρή ζώνη» και λευκή περιοχή η περιοχή αναχαίτισης, περίπου 150 χλμ. εμβέλειας και 30 χλμ. ύψους (ιδανικά μεγέθη). Τι μπορεί να προσφέρει το σύστημα στις ημέρες μας; Η επιχειρησιακή αξία του συστήματος είναι πλέον περιορισμένη. Το σύστημα είχε σχεδιαστεί για την αντιμετώπιση σχηματισμών αεροσκαφών –κυρίως βομβαρδιστικών– που θα πετούσαν σε μέσα έως μεγάλα ύψη έχοντας μικρές δυνατότητες ελιγμών. Ακόμη και τα μαχητικά αεροσκάφη που εμφανίστηκαν εκείνη την περίοδο μετά βίας έφταναν τα 7,5g και ήταν πολύ κατώτερα σε ευελιξία και ακόμη περισσότερο σε ηλεκτρονικά συστήματα σε σχέση με τα σημερινά. Οι επιδόσεις του συστήματος Νίκη-Ηρακλής με τα σημερινά δεδομένα είναι περιορισμένες. Αυτό οφείλεται τόσο στα παρωχημένης τεχνολογίας ραντάρ (που έχουν κακή απόδοση σε χαμηλά ύψη έρευνας), στην τεχνική λειτουργίας του, όσο και στις επιδόσεις του ίδιου του πυραύλου. Ο ίδιος είναι εξαιρετικά ταχύς, αλλά έχει μικρά περιθώρια ελιγμών (μόλις 10g), πράγμα που σημαίνει πως ένα σύγχρονο μαχητικό μπορεί να τον αποφύγει (που δεδομένα πετά με μικρότερη ταχύτητα). Αυτό μπορεί να γίνει γιατί αν το βλήμα πλησιάζει με τη μέγιστη ταχύτητά του, τότε η ακτίνα στροφής με φόρτιση 10g του είναι απελπιστικά μεγάλη, ενώ αν έχει μικρότερη, αυτό σημαίνει πως ο πιλότος με τους κατάλληλους χειρισμούς στην πορεία πτήσης εξαντλεί και τα τελευταία αποθέματα κινητικής ενέργειας του βλήματος (του Β' ορόφου). Βεβαίως, αυτό μπορεί να σημαίνει και καθυστέρηση ή και ματαίωση της αποστολής, αλλά δε θα πρέπει να απατόμαστε. Το αντίστοιχο σύστημα στο Σοβιετικό Μπλοκ, το πρωτοεμφανισθέν SA-2, είχε πολλές καταρρίψεις όταν πρωτοχρησιμοποιήθηκε στον Πόλεμο του Βιετνάμ. Κάθε αεροσκάφος που πετούσε εντός της ακτίνας δράσης του ήταν πολύ πιθανό να καταρριφτεί. Αυτό μετριάστηκε όταν διαπιστώθηκε πως με απότομο ελιγμό λίγο πριν από την επικείμενη προσβολή ο πύραυλος δεν μπορούσε να ακολουθήσει το αεροσκάφος και έχανε το στόχο. Οι πιλότοι των F-4 χρησιμοποιούσαν συχνά αυτή την τακτική, με τον RIO να ελέγχει για επερχόμενο πύραυλο τόσο με τον οπτικό εντοπισμό των καυσαερίων του όσο και με τη βοήθεια των πρωτόγονων MAWS. Βεβαίως, όταν αναπτύχθηκαν και οι συσκευές ECM αλλά και οι κατάλληλες τεχνικές χρησιμοποίησης αερόφυλλων, ο SA-2 έπαψε να αποτελεί απειλή. Αυτό επαναλήφθηκε και από τους Ισραηλινούς μέχρι την έλευση του SA-5, που μπορούσε να ακολουθήσει σε οποιονδήποτε ελιγμό, τουλάχιστον τα F-4. Αυτό, βεβαίως, δε σημαίνει πως το σύστημα Νίκη-Ηρακλής δεν έχει απολύτως καμία αξία. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί εναντίον μεγάλων αεροσκαφών, αν και αυτά είναι δύσκολο σε περίπτωση σύρραξης να πλησιάσουν τόσο κοντά (έστω στα 140 χιλιόμετρα). Επιπρόσθετα, όλα τα αεροσκάφη κρούσης πλέον ακολουθούν προφίλ εξαιρετικά χαμηλής πτήσης, τόσο για την αποφυγή των αναχαιτιστικών αεροσκαφών όσο και για την αποφυγή των ραντάρ επί επιφανείας. Επιπρόσθετα, δεδομένης της αποδεδειγμένης τακτικής της ταυτόχρονης διείσδυσης από πολλά σημεία, είναι αναπόφευκτη η υπερφόρτωση του συστήματος εξαιτίας των μηδενικών δυνατοτήτων πολλαπλής εμπλοκής αλλά και των ανύπαρκτων αυτοματισμών. Από την άλλη, δε θα πρέπει να ξεχνάμε πως ειδικά στο περιβάλλον του Αιγαίου με την ιδιαίτερα μεγάλη συγκέντρωση αεροσκαφών, η αξιοπιστία δράσης του συστήματος βασίζεται στις δυνατότητες αναγνώρισης του IFF του κάθε αεροσκάφους και δυστυχώς δεν μπορεί να ανταλλάξει στοιχεία με άλλα, πιο σύγχρονα ραντάρ. Το σύστημα είναι σχεδόν ολοκληρωτικά αναλογικό και η επικοινωνία μεταξύ των στοιχείων του (ειδικά στην IFC) γίνεται κυρίως με υπέργεια καλώδια, που είναι ευπρόσβλητα αλλά και βασικά δύσχρηστα (αν ποτέ δει κανείς τη διαδικασία «στησίματος» μιας ολόκληρης IFC στο πουθενά, θα καταλάβει). Από την άλλη, δεν υπάρχει ούτε μια αναφορά επιχειρησιακής χρήσης του συστήματος σε σύρραξη, ούτε στην Κορέα ούτε στο Bιετνάμ. Βεβαίως, οι δοκιμές στο ΠΒΚ έχουν αποδείξει πως το σύστημα μπορεί να ανταποκριθεί ακόμη και σήμερα απέναντι στις απειλές (προδιαγραφών άλλης εποχής βεβαίως), παρουσιάζοντας καλό ποσοστό αξιοπιστίας και επιτυχών προσβολών. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία πως το προσωπικό της 350 ΣΝ σχεδόν λατρεύει το σύστημα και κάνει ό,τι μπορεί καλύτερο για τη διατήρησή του σε αποδεκτά επίπεδα αξιοπιστίας. Τέλος, η δυνατότητα προσβολής επιφανείας έχει μάλλον εγκυκλοπαιδικό ενδιαφέρον για την περίπτωσή μας, αν σκεφτούμε πως το πιο απομακρυσμένο σημείο εγκατάστασης είναι η Σκύρος. Εξάλλου η ακρίβειά του είναι περιορισμένη εξαιτίας της τροχιάς του που ορίζεται εντελώς πρωτόλεια, σε αντίθεση με τους σύγχρονους αντικαταστάτες του που θεωρητικά μπορούν να κατευθυνθούν αδρανειακά... Φυσικά, δε θα μπορούσε να λείψει και η σχετική παραπομπή στο Internet. Η διεύθυνση που τα έχει σχεδόν όλα είναι η εξής: http://www.xs4all.nl/~erkelens/120sqn.html ΛEZANTEΣ v-nike3 Έτσι αποθηκεύονται οι πύραυλοι εντός των υπόστεγων (Shelters), καθένα από τα οποία μπορεί να δεχτεί αρκετά μεγάλο αριθμό (γύρω στους 10), ανάλογα με τις ανάγκες αλλά και το «στρίμωγμα», που μπορεί να γίνει έντονο αν αφαιρεθούν τα εύκολα προσθαφαιρούμενα ουραία πτερύγια. nike026 Από αριστερά προς τα δεξιά η τριάδα του συστήματος «Νίκη», ο Αίας, ο Ηρακλής και ο Δίας. nhercala Πύραυλος Νίκη-Ηρακλής με πυρηνική κεφαλή (ξεχωρίζει από τον –καλυμμένο– αισθητήρα στατικής πίεσης στο ρύγχος). Οι εξοπλισμένοι με πυρηνική κεφαλή πύραυλοι ακολουθούσαν διαφορετική διαδικασία ελέγχων πριν από την εκτόξευση αλλά και κατ' αυτήν. h_crt_1a Αμερικάνικος Νίκη-Ηρακλής στο πεδίο Κρήτης, ο οποίος προορίστηκε για εκτόξευση. Η χρήση αυτών των πυραύλων στο ευρωπαϊκό σκέλος του N.A.T.O. (Ελλάδα, Ολλανδία, Γερμανία, Τουρκία) γινόταν από την Αεροπορία (όπως και στην Ταϊβάν). ifc_cr2 Aποψη της ΙFC του πεδίου βολής Κρήτης, έτσι όπως ήταν πριν από μια δεκαετία περίπου. la_crt2 Η LA του ΠΒΚ περίπου την ίδια εποχή. Παρατηρήστε τη συνύπαρξη των Νίκη με τους Hawk. hvsqf86 Ο δεύτερος όροφος ενός Ηρακλή ελάχιστο χρόνο πριν καταρρίψει ένα QF-86 και πριν καταναλώσει το καύσιμό του. europ Νίκη-Ηρακλής σε ολλανδική υπηρεσία. Παρατηρήστε το δίχρωμο καμουφλάζ. nikezu Το «Δίας» δεν έμελλε να δει υπηρεσία. Παρατηρήστε τη μοναδική στήριξή του στον εκτοξευτήρα. nike031 Εκτόξευση ενός «Δία». Παρατηρήστε τον ένα κινητήρα στερεών καυσίμων του πρώτου ορόφου πόσο πολλή φλόγα και αέρια δημιουργεί. nike018 Τέσσερις Νίκη-Ηρακλής εκτός υποστέγου. Παρατηρήστε στο κέντρο της σιδηροτροχιάς τον ανελκυστήρα. nike020 Μια από τις διάφορες διατάξεις της IFC. Δεσπόζει το Hipar, τα τρία όμοια μικρότερα είναι το TRR, TTR και MTR, ενώ φαίνεται και το LOPAR στο κάτω μέρος. nike028 Δύο τεχνικοί εκτελούν συντήρηση στο βλήμα ενός Αίαντα. nike035 Looking for the bear... ΧΩΡΙΣ ΛΕΖΑΝΤΕΣ nike013 nike021 nike017 nike006 Τύπος βλήματος Νίκη-Αίας Νίκη-Ηρακλής (Nike-Ajax) (Nike-Hercules) Ονομασία MIM-3A ΜΙΜ-14A,Β,C 1 Ολικό Μήκος (m) 10,34 2 12,62 2 Μήκος (χωρίς τον Α΄ όροφο) (m) 6,38 8,21 Aνοιγμα πτερύγων (m) 1,22 1,88 Διάμετρος Β΄ ορόφου (m) 0,3 0,76 Βάρος κατά την εκτόξευση (kg) 1112 4784 Βάρος χωρίς τον Α΄ όροφο (kg) 521 2378 Μέγιστη ταχύτητα (Μαχ) 2,25 3,5 Μέγιστη ακτίνα δράσης (χλμ.) 30-50 120-145 Επιχειρησιακή οροφή (χλμ.) 18,3 (αργότερα, 21,9) 30,4 (αργότερα, 45,6 η έκδοση ΑΤΒΜ) Κινητήρας Α΄ ορόφου (προωθητήρας) Κινητήρας στερεών καυσίμων 3 4 κινητήρες, όμοιοι με του Ajαx 3 Κινητήρας Β΄ ορόφου Κινητήρας υγρών καυσίμων 4 Κινητήρας στερεών καυσίμων 5 Πολεμικές κεφαλές 3 συμβατικές 6 Πυρηνικές ή συμβατικές κεφαλές 6 Κόστος στο 1958 ($) 20.000 55.000 1. Τα μοντέλα του Νίκη-Ηρακλής ήταν τα Α, Β, C, με το τελευταίο να βρίσκεται σε υπηρεσία σήμερα. Επίσης υπήρχαν και άλλα μοντέλα, όπως το Μ-1810 (προωθούμενο από υγρά καύσιμα –κατασκευάστηκαν 70 για αρχικές δοκιμές) και το Μ-74 (ένας στατικός πύραυλος με πυρηνική κεφαλή για εκπαίδευση των πληρωμάτων στο χειρισμό εδάφους). 2. Αναφέρεται το μήκος και των δύο ορόφων μαζί. Ο Β΄ όροφος (το βλήμα δηλαδή) ήταν «χωνευτός» στον A' όροφο. Ειδικά στον πύραυλο «Αίας», το πάνω μέρος του Α' ορόφου είχε σχήμα ανεστραμμένου κώνου ώστε να «μπει» ο Β' όροφος. 4. Ο κινητήρας αυτός ήταν εξαιρετικά δύσκολος στη διαχείριση των επικίνδυνων και τοξικών του καυσίμων [red fuming nitrid acid (IRFNA) ασυμμετρική διμεθυλδραζίνη (UDMH) και αεροπορικό καύσιμο]. 3,5. Ο ίδιος κινητήρας με τον A' όροφο του «Αίας». Έχοντας περίπου το 80% της απόδοσης του κινητήρα υγρών καυσίμων και μοναδικό μέλημα είναι η προκαθορισμένη συντήρησή του και ο έλεγχος της θερμοκρασίας του. 6. Το βλήμα του πυραύλου Νίκη-Αίας μπορούσε να δεχτεί τριών ειδών κεφαλές, τοποθετημένες σε σειρά. Ρύγχος: Μ2, μάζα εκρηκτικού 2,1 κιλά, συνολική μάζα 5,4 κιλά. Μεσαίο τμήμα: Μ3, μάζα εκρηκτικού 41,4 κιλά, συνολική μάζα 79,6 κιλά. Οπίσθιο τμήμα: Μ4, μάζα εκρηκτικού 26,6 κιλά, συνολική μάζα 54,6 κιλά. Η εκρηκτική ύλη ήταν τύπου «Β» και περικλειόταν από δύο στρώματα-κομμάτια ενισχυμένου ατσαλιού κυβικού σχήματος. Η διάταξη αυτή δημιουργούσε ένα σύννεφο θραυσμάτων που περιλάμβανε και το κατεστραμμένο βλήμα. Η πυροδότηση γινόταν είτε με εντολή του BCO είτε με εντολή του Η/Υ είτε αυτόματα, εάν το MTR «έχανε» τον πύραυλο ή το βλήμα. Το βλήμα του πυραύλου Νίκη-Ηρακλής είχε τη δυνατότητα να οπλιστεί με συμβατικές ή πυρηνικές κεφαλές. Συμβατική πολεμική κεφαλή Υψηλής Εκρηκτικότητας (HE: High Explosive): Αυτή που χρησιμοποιείται ακόμη είναι η Τ-45, συνολικής μάζας 498 κιλών, 270 από τα οποία ήταν η εκρηκτική ύλη ΗΒΧ-6. Επίσης αναπτύχθηκε άλλη μια κεφαλή, η Τ-46, η οποία ουσιαστικά ήταν διασποράς θραυσμάτων. Δεν έφτασε ποτέ σε επιχειρησιακή χρήση, αν και ειδικά για την προβλεπόμενη χρήση και στη λειτουργία εδάφους-εδάφους θα είχε καλύτερα αποτελέσματα. Πυρηνική κεφαλή: Το τμήμα κεφαλής του βλήματος (Μ-22, Μ-23 ή Μ-97) μπορούσε να δεχτεί και την W-31 που ζύγιζε 505,4 κιλά και ήταν 1-2 κιλοτόνων. Η λογική χρήσης μιας τέτοιας κεφαλής ήταν η μαζική καταστροφή πολλών αεροσκαφών, η αχρήστευση των ηλεκτρονικών αυτών που θα επιζούσαν της έκρηξης (εξαιτίας των ισχυρότατων ηλεκτρομαγνητικών παλμών). Επιπρόσθετα, σε περίπτωση αντιβαλλιστικής χρήσης τα αποτελέσματα θα ήταν... εξαερωτικά. Τέλος, ας μην ξεχνάμε τη λειτουργία εναντίον στόχων εδάφους, όπου σε δοκιμές είχε επιτευχθεί εμβέλεια 160+ χιλιομέτρων... |
||